Αρχείο για Φεβρουαρίου 1, 2008

κομιστής ο [komistís] O7 θηλ. κομίστρια [komístria] O27 : αυτός που φέρνει σε κπ. κτ.: ~ του σημειώματος / της επιστολής / του βιβλίου. || O ~ του μηνύματος. ~ καλών ειδήσεων. [λόγ. < αρχ. κομιστής, κομίστρια]

μακαριστός -ή -ό [makaristós] E1 : (εκκλ.) ως αναφορά για κληρικό που έχει πεθάνει· (πρβ. μακαρίτης): O ~ αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ. [λόγ. < ελνστ. μακαριστός, αρχ. σημ.: `που θεωρείται ευτυχισμένος, αξιοζήλευτος΄]

ροζ [róz] E (άκλ.) : α.που έχει απόχρωση πολύ ανοικτού κόκκινου χρώματος: ~ φουστάνι. Έβαψε τον τοίχο ~. || (ως ουσ.) το ροζ, το ροζ χρώμα: Aπαλό ~. Oι αποχρώσεις του ~. β. (μτφ.) ερωτικός, σεξουαλικός: ~ ιστορίες. Πολιτικός αναμεμειγμένος σε ~ σκάνδαλο. ~ τηλέφωνα. [λόγ. < γαλλ. rose]

λαμόγια [lamója] : μόνο στη ΦP την κάνω ~, φεύγω, ξεφεύγω ή δεν παρουσιάζομαι κάπου: Tον περίμενα τόση ώρα κι αυτός την έκανε ~. [ίσως ισπαν. φρ. la moya `η τάδε΄]

διαφθορά η [δiafθorá] O24 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαφθείρω. α. ανήθικος τρόπος ζωής και ειδικότερα, στο σεξουαλικό τομέα: H έλλειψη σωστής διαπαιδαγώγησης τον οδήγησε στη ~. Kοινωνία όπου βασιλεύει η ~. ~ των ηθών, έκλυση ηθών. β. συστηματική παραβίαση όλων των ηθικών και νομικών κανόνων, κατά την άσκηση των καθηκόντων ενός υπαλλήλου ή λειτουργού, συνήθ. με τη μορφή δωροδοκίας: H ~ στη δημόσια διοίκηση έχει διαβρώσει ολόκληρη την κοινωνία. [λόγ. < αρχ. διαφθορά]

αντε……..και μας βλεπω γλωσσολογους σε λιγο με τοσες αγνωστες λεξεις που μας μαθαινουν καθημερινα!

τη λεξη «φυλακη» δεν την ψαχνω!

ειναι πολυ γνωστη!

ε?

την ξερουν κι αλλοι?