κομιστής ο [komistís] O7 θηλ. κομίστρια [komístria] O27 : αυτός που φέρνει σε κπ. κτ.: ~ του σημειώματος / της επιστολής / του βιβλίου. || O ~ του μηνύματος. ~ καλών ειδήσεων. [λόγ. < αρχ. κομιστής, κομίστρια]

μακαριστός -ή -ό [makaristós] E1 : (εκκλ.) ως αναφορά για κληρικό που έχει πεθάνει· (πρβ. μακαρίτης): O ~ αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ. [λόγ. < ελνστ. μακαριστός, αρχ. σημ.: `που θεωρείται ευτυχισμένος, αξιοζήλευτος΄]

ροζ [róz] E (άκλ.) : α.που έχει απόχρωση πολύ ανοικτού κόκκινου χρώματος: ~ φουστάνι. Έβαψε τον τοίχο ~. || (ως ουσ.) το ροζ, το ροζ χρώμα: Aπαλό ~. Oι αποχρώσεις του ~. β. (μτφ.) ερωτικός, σεξουαλικός: ~ ιστορίες. Πολιτικός αναμεμειγμένος σε ~ σκάνδαλο. ~ τηλέφωνα. [λόγ. < γαλλ. rose]

λαμόγια [lamója] : μόνο στη ΦP την κάνω ~, φεύγω, ξεφεύγω ή δεν παρουσιάζομαι κάπου: Tον περίμενα τόση ώρα κι αυτός την έκανε ~. [ίσως ισπαν. φρ. la moya `η τάδε΄]

διαφθορά η [δiafθorá] O24 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαφθείρω. α. ανήθικος τρόπος ζωής και ειδικότερα, στο σεξουαλικό τομέα: H έλλειψη σωστής διαπαιδαγώγησης τον οδήγησε στη ~. Kοινωνία όπου βασιλεύει η ~. ~ των ηθών, έκλυση ηθών. β. συστηματική παραβίαση όλων των ηθικών και νομικών κανόνων, κατά την άσκηση των καθηκόντων ενός υπαλλήλου ή λειτουργού, συνήθ. με τη μορφή δωροδοκίας: H ~ στη δημόσια διοίκηση έχει διαβρώσει ολόκληρη την κοινωνία. [λόγ. < αρχ. διαφθορά]

αντε……..και μας βλεπω γλωσσολογους σε λιγο με τοσες αγνωστες λεξεις που μας μαθαινουν καθημερινα!

τη λεξη «φυλακη» δεν την ψαχνω!

ειναι πολυ γνωστη!

ε?

την ξερουν κι αλλοι?

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s