Archive for the ‘ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ’ Category

Έπεσε το πούσι αποβραδίς
το καραβοφάναρο χαμένο
κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τιμονιέρα να με δεις

Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου
Κάτου στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυο του πόδια στις καδένες.
μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία, θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
είν’ αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη
Ήρθες να με δεις κι όμως δε μ’ είδες
έχω απ’ τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ’ απ’ τις Εβρίδες

Advertisements

ΙΔΙΩΝΥΜΟ

Posted: Απρίλιος 8, 2013 in ΠΟΙΗΣΗ, ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ
Ετικέτες: ,

(Της Κατερίνας Γώγου)

Είναι επειδή είμαστε παρέα με το παιδί
κι αμέτρητες φορές- αγκαλιά απ’τη μέση
μετρήσαμε τ’άμέτρητα τ’άστρα
και κείνα που λέγανε για καλύτερα χρόνια
τα φάγαμε βγάζοντας κουβάδες με νερό
για να μπορούν να ταξιδεύουνε για πάντα
τα πλοία που δεν άραξαν
κι είναι επειδή μια και κάτω
κατεβάσαμε όλα τα ξινισμένα κρασιά
και βγάλαμε τα σωθικά μας τραγουδώντας
γεμάτα παράπονο-παιδιακίσα πράγματα-
τον Ιούλιο κάποτε
Γι’αυτό άμα κάνει κανείς μια κίνηση έτσι
για να μας χαϊδέψει
κάνουμε εμείς μια κίνηση πίσω
σα να μη φάμε ξύλο.
Γι’αυτό αν τύχει και μ’αγαπήσεις
πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ
πώς θα μ’αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ.
Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ .
Κι εκεί.»

(Ναζιμ Χικμετ)

Δὲ μᾶς ἀφήνουν Ῥόμπσον νὰ τραγουδᾶμε
δὲ μᾶς ἀφήνουν καναρίνι
πού ῾χεις φτερὰ ἀητοῦ
μαῦρε ἀδερφέ μου
δόντια ποὺ ἔχεις
μαργαριτάρια
δὲ μᾶς ἀφήνουν νὰ ψηλώσουμε φωνή.

Φοβοῦνται Ῥόμπσον
φοβοῦνται τὴν αὐγή,
ν᾿ ἀκούσουνε φοβοῦνται
καὶ ν᾿ ἀγγίσουν
φοβοῦνται ν᾿ ἀγαπήσουν
φοβοῦνται ν᾿ ἀγαπήσουνε σὰν τὸν Φερχὰτ
(Ἀλήθεια θὰ ῾χετε κι ἐσεῖς ἕναν Φερχὰτ
οἱ νέγροι πῶς νὰ τόνε λένε Ῥόμπσον;)

Φοβοῦνται τὰ γεννήματα
τὴ γῆς
τὸ γάργαρο νερὸ φοβοῦνται τῆς πηγῆς
φοβοῦνται
νὰ θυμοῦνται
καὶ τὶς χαρές τους
τὸ χέρι ἑνὸς φίλου δὲν ἔσφιξε ποτέ τους
τὸ χέρι τους
ζεστὸ
σὰν τὸ πουλὶ
χωρὶς νὰ θέλει σκόντα
προμήθειες
ἡ κάποια ἀναβολὴ
στὴ πλερωμή.

Φοβοῦνται τὴν ἐλπίδα
φοβοῦνται Ῥόμπσον νὰ ἐλπίσουν
φοβοῦνται καναρίνι
πού ῾χεις φτερὰ ἀητοὺ
φοβοῦνται τὰ τραγούδια μας
μὴ τοὺς τσακίσουν.

 

διήγημα
του Νικόλα Σμυρνάκη

Δεκάδες άνθρωποι συνωστίζονταν γύρω από το δάσκαλο. Κατάπιε το σάλιο του, πήρε μια βαθιά ανάσα και μίλησε. Να τι είπε:
«Οι πλειοψηφίες είναι ικανές μόνο για να ρίχνουν στην πυρά τις πιο πρωτότυπες ιδέες. Και μετά από καιρό να φτιάχνουν βωμούς και αγάλματα με τα αποκαΐδια τους. Αν η πλειοψηφία είναι στοιχείο δημοκρατίας, τότε η μειοψηφία ή ακόμα η
μονάδα, είναι στοιχείο ανατροπής του σκοταδισμού που δημιουργούν χρόνιες πλειοψηφίες.
Ωραία η δημοκρατία, σοφή η δικαιοσύνη, αλλά πού είναι; Αν μου τις βρείτε θα τις προσκυνήσω πρώτος. Κανείς δεν μας απαγορεύει να διαβάσουμε την εφημερίδα της αρεσκείας μας, αλλά ρωτώ.
Οι εφημερίδες που ελεύθερα επιλέγουμε, μας λένε την αλήθεια; Κανείς δεν μας διώχνει από το σπίτι μας με τη βία, αλλά δεν μας το παίρνουν κομμάτι-κομμάτι με τα δάνεια που έμμεσα μας αναγκάζουν να πάρουμε; Κανείς δε μας συλλαμβάνει, δε μας δένει, δε μας ανακρίνει για τις απόψεις μας, αλλά δεν ξέρουν ανά πάσα στιγμή τι γράφουμε στο διαδίκτυο, τι ψωνίζουμε, τις αξίες που ενστερνιζόμαστε;
Πόσους ενόχους βλέπουμε, νιώθουμε ή φανταζόμαστε ότι κυκλοφορούν ελεύθεροι, είτε γιατί έχουν ψηφίσει άσυλο για τον εαυτό τους, είτε γιατί εξαγοράζουν την ελευθερία τους;
Δεν υπάρχει δικαιοσύνη και δημοκρατία στην πρωτότυπη, στην πλατωνική μορφή τους. Κάθε εποχή μεταφράζει τη δικαιοσύνη, μεταφράζει τη δημοκρατία, κατά πώς βολεύει αυτούς που ασκούν την εξουσία. Τους άρχοντες, τους βασιλείς, τους πολιτικούς.
Η πλειοψηφία έχει λάθος, γιατί ακολουθεί τις αξίες, – μάλλον – την μετάφραση των αξιών, που εξυπηρετούν τους λίγους. Αυτοί οι ίδιοι είναι που επέβαλλαν την κρίση, για να πλουτίσουν σε βάρος των πολλών. Σε βάρος μας».
Ποτέ ξανά μια τόσο ξεκάθαρη άποψη ενάντια στη μορφή που έχει πάρει η σύγχρονη δημοκρατία, δεν έβρισκε τόση αποδοχή. Αξίες που χτίζονται χίλια χρόνια μπορεί να καταπέσουν σε μια μέρα, φτάνει αυτός που τις αμφισβητεί να απευθύνεται στο κατάλληλο κοινό. Σε ανθρώπους με ψαλιδισμένους μισθούς και κομματιασμένα όνειρα.
πρώτη δημοσίευση: σοδειά τχ.12

Α Π Ο Λ Ο Γ Ι Σ Μ Ο Σ

 

                           Τίτος Πατρίκιος

 

Τι έγιναν οι νικημένοι;

Ποιος σκέφτηκε ποτέ γι’ αυτούς,

ποιος μας σκέφτηκε;

Αδελφή Ισπανία, μόνη μες στον ήλιο σου

μαύρο και πυρωμένο σαν το θάνατο

που λίγοι πια τον βλέπουν, τον θυμούνται.

Αδέρφια σκοτωμένα, νικημένα αδέρφια μου

πού πήγατε, πώς σκορπίσατε;

Άλλοι νεκροί, χωρίς τάφο, χωρίς πλάκα

παράνομοι ακόμα και στο θάνατο.

Άλλοι χαμένοι στις απέραντες πόλεις

στα στενάχωρα σπίτια, ανυπόταχτοι και μονάχοι

με ξεχασμένο το επαναστατικό ψευδώνυμο.

Άλλοι ακόμα στη φυλακή

χτυπώντας όλο πιο κουρασμένα τις πέτρες

περιμένοντας μιαν απάντηση, λησμονημένοι απ’ όλους.

Κι οι άνθρωποι ξεχνάνε, οι άνθρωποι ζούνε

δεν είναι πια στη μόδα οι ήρωες,

τα βασανιστήρια, τα συγκλονιστικά ντοκουμένα.

Χιλιάδες τα γνώρισαν, τ’ άκουσαν, τα διάβασαν, τα βαρέθηκαν.

Τώρα κάτω απ’ τα τείχη των φυλακών

παραθερίζουν άλλοι μ’ αδύνατη μνήμη –

είναι μι’ ανάγκη να ξεχνάς στις μέρες μας.

Ανοίγουν τα σύνορα, ξένοι ανακαλύπτουν γραφικότητες

σε νησιά που αφήσαμε τα κόκκαλά μας,

η ζωή ξέχειλη σε χρώματα τόσο κοινά, τόσο απαραίτητα

κι η ποίηση αυτού του είδους που κάποτε συγκίνησε

τώρα φαντάζει σαν παράταιρη, έξω από σύγχρονες αναζητήσεις.

Είμαστε οι νικημένοι.

Το φέρνω, το ξαναφέρνω στο μυαλό μου

το ξέρω χρόνια τώρα κι όμως ακόμα

μου είναι σχεδόν αδύνατο να το δεχτώ

όπως εκείνος που του ‘κόψαν το πόδι

κι ύστερα από καιρό πάει να το ξύσει μες τη νύχτα.

Έτσι στο ίδιο κενό πέφτει η ψυχή μου

όταν κοιτάω τα χτήρια που κάποτε είταν η έδρα μας

και τώρα στεγάζουν κρατικές υπηρεσίες.

Τους χώρους που κάποτε μας άνηκαν

και τώρα καλύπτονται από ξενόγλωσσες επιγραφές,

όταν κοιτάω τους ανθρώπους που κάποτε είσαν έτοιμοι για όλα

και τώρα αντιπροσπερνιούνται με βάδισμα προβάτου.

Νικηθήκαμε. Ακόμα αρνιέμαι να το παραδεχτώ

με μιαν αντίδραση σχεδόν βιολογική.

Κι όμως νικηθήκαμε.

Αλήθεια, μες στην ήττα πώς αλλάζουν όλα.

Τα πράγματα κρατάν στα χέρια τους οι υπεύθυνοι της ήττας

μεθυσμένοι από νύχτα και χαμένη δόξα

αντιστρέφουν τις ευθύνες, επιβάλλουν αποφάσεις

διέπουν τύχες αγωνιστών, καταδικάζουν, ανυψώνουν

στριμώχνουν την ιστορία στα μέτρα τους –

κι αρχίζουν τα ομαδικά παραληρήματα.

Μεταστροφές, αποστασίες, ξεπεράσματα,

επαναστάτες πειθαρχούν, εκχωρούν τη σκέψη τους

στον παραπάνω καθοδηγητή, άλλοι τρελλαίνονται,

άλλοι αντιστέκονται, απομονώνονται, συντρίβονται

άλλοι γίνονται δήμιοι των ίδιων των συντρόφων τους

άλλοι σκεπάζουν τις φωνές με ποιήματα δοξαστικά στο Στάλιν

άλλοι ρίχνουν βουβοί τις νύχτες προκηρύξεις

άλλοι ανοίγουν μαγαζιά, πάντα ικανοί,

κλέβουν, κερδοσκοπούν, άλλοι μοιχεύουν,

αφήνουν ξαφνικά ελεύθερα τα ένστιχτά τους

άλλοι φορούν τις επαναστατικές τους ρεντικότες

σε κάθε επέτειο του κινήματος

εκφωνούν τους κεκανονισμένους λόγους

επιτηρούν μη θίξεις τις νεκρές αλήθειες τους, μην τους θίξεις

άλλοι διαμαρτύρονται, παραλογίζονται, εξαχρειώνονται,

άλλοι τους καταγγέλουν, βρίσκουν την ευκαιρία να δικαιωθούν

ανακαλύπτουν ξάφνου τη βρωμερή προσωπικότητά τους –

Αλήθεια, μες στην ήττα πώς αλλάζουν όλα.

Κι εσύ που καλόπιστα θα πεις: <Πάει κι αυτός

τα σκάτωσε, δεν ξέρει πια τι λέει>,

και συ που θα με κατηγορήσεις

πως κάνω ζημιά μ’ αυτά που γράφω,

σκέψου πως ύστερα παό τόσα χρόνια

σακατεμμένος, γεμάτος στέρηση, με τη σάρκα μου να φλέγεται

κι όμως από μένα τον ίδιο καταδικασμένη να νεκρωθεί

μπρος στις ανάγκες του κινήματος,

σκέψου πως δεν κουράστηκα να γυρνάω

από κρατητήριο σε κρατητήριο, από στρατόπεδο 

σε στρατόπεδο, από άγονη συνεδρίαση σ’ άλλη,

να βυθίζομαι σ’ ελπιδοφόρες συζητήσεις

που δε βγάζαν αποτέλεσμα,

να βλέπω τίποτα σχεδόν να μην αλλάζει,

να καταντάω ανεπιθύμητος, μόλις ανεκτός,

γι’ άλλους επικίνδυνος, όταν όχι ν’ αλλαξογύριζα

μα κάπως λιγότερο να νιαζόμουν

με περιμέναν δρόμοι βολικοί προσωπικής ανάδειξης

που δε λείψανε ποτέ, κι αλλοίμονο

θα μ’ έκαν στα μάτια σου πιο σεβαστό

όπως τόσους που τιμάς και καμαρώνεις.

Τώρα λοιπόν είναι που περσότερο θα επιμένω, θα ουρλιάζω,

έστω κι αν μένω μόνος, μι’ ανίσχυρη μειοψηφία,

έστω κι αποδιωγμένος, στιγματισμένος, ύποπτος,

γιατί η στάση μου δεν εξαρτήθηκε ποτέ

από κομματικό μισθό ή πόστο

και στο χαράκωμα της επανάστασης

δε με διόρισε ποτέ κανείς

κι ούτε μπορεί να μ’απολύσει.

Θα ήτανε βολικό να σώπαινα.  Μα δεν μπορώ.

Αρχίζω πάλι ως να κολλήσει η γλώσσα στο λαρύγγι:

Το δρόμο, πρέπει να βρούμε το δρόμο

η σκέψη απλώνεται σ’ όλο το κορμί

κάθε στιγμή αργοπορίας είναι θάνατος

η ιστορία μας κινδυνεύει να σαπίσει

η χώρα μας, ο λαός μας κινδυνεύει να σαπίσει.

Κι εμείς, μ’ όλες τις αδυναμίες,

η μόνη ελπίδα σωτηρίας.

 


Εγώ Ελπίζω να τη Βολέψω

Posted: Σεπτεμβρίου 23, 2011 in ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ
Ετικέτες: ,

 

Ο τίτλος αυτός αποτελεί το κατακάθι της σκέψης της πλειοψηφίας των πολιτών που κατοικούν στην Ελλάδα, οι οποίοι είτε ενδόμυχα και ασυνείδητα, είτε συνειδητά και ξεδιάντροπα πιστεύουν και ελπίζουν πως αν και η χώρα καταστρέφεται, αυτοί θα τη βολέψουν.

Ένα βιβλίο με αυτόν τον τίτλο εκδόθηκε το 1990 από τον Ναπολιτάνο Marcello D’ Orta. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «γνώση» το 1995. Σε αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας δημοσίευσε κάποιες εκθέσεις μαθητών του από το Δημοτικό Σχολείο του Arzano της Νάπολης, όπου και δίδασκε για δώδεκα χρόνια.

Ο τίτλος του βιβλίου αποτελεί την καταληκτική πρόταση της έκθεσης ενός μαθητή Δημοτικού, την οποία έκθεση και παραθέτω στο τέλος. Η σκέψη και η ανάλυση του μαθητή είναι μπερδεμένη, λόγω των θρησκευτικών αστειοτήτων που του μαθαίνουν, της διαφθοράς της κοινότητάς του, και της άθλιας οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς του. Φυσικά και λόγω της ανωριμότητάς του, πράγμα κατανοητό για την ηλικία του.

Αντίστοιχα μπερδεμένη είναι και η σκέψη και η ανάλυση των πολιτών που ζουν στην Ελλάδα, λόγω του μύθου της «ελεύθερης αγοράς που αυτορυθμίζεται» που έχουν πιστέψει, της παραπληροφόρησης των μέσων μαζικής ενημέρωσης, του ασυνάρτητου -αν και επιστημονικοφανούς- λόγου των διεφθαρμένων πολιτικών, και της οικονομικής κατάστασης στην οποία ξαφνικά έχουν βρεθεί. Φυσικά και λόγω της αδικαιολόγητης ανωριμότητας –ή και διαφθοράς- της σκέψης τους. Στηρίζουν λοιπόν όλες τις ελπίδες τους στον άθλιο Paulo Coelho, πιστεύοντας πως επειδή θέλουν πάρα πολύ να τη βολέψουν, το σύμπαν θα συνωμοτήσει για να το καταφέρουν. Φυσικά για άλλους Coelho είναι ο Γιωργάκης, για άλλους ο Μπένι, για άλλους ο Σαμαράς, για άλλους το ΔΝΤ, για άλλους η Ευρωπαϊκή Ένωση, για άλλους ο Θεός, ο Αλλάχ, και πάει λέγοντας.

Μόνο που το ατομιστικό σύμπαν στο οποίο προσεύχονται έχει δείξει τα όριά του και την αυτοκαταστροφική του φύση, ενώ το νεοφιλελεύθερο μέλλον τους χαμογελά με τα σάπια δόντια του.

Φίλε που ελπίζεις να τη βολέψεις, ακολουθεί η έκθεση. Αν χαμογελάσεις με την αφέλεια και την ανοησία του σκεπτικού που αναπτύσσει ο μαθητής, σου κάνω μια παράκληση: αναρωτήσου και για την ισχύ της δική σου σκέψης. Αναρωτήσου μήπως από τη στιγμή που το «εγώ» απέτυχε, ήρθε η ώρα να δοκιμάσουμε και το «εμείς»:

 

«Ποιά από της παραβολές του Ιησού Χριστού προτιμάτε;»

 

«Εγώ προτιμάω το τέλος του κόσμου, γιατί δε φοβάμαι, επειδή θα είμαι πεθαμένος από ένα αιώνα κιόλας.

Ο Θεός θα ξεχωρίσει τις κατσίκες από τους βοσκούς, ένας δεξιά και ένας αριστερά, στη μέση αυτοί που θα πάνε στο καθαρτήριο.

Θα είναι πάνω από χίλια δισεκατομμύρια, περισσότεροι και από τους Κινέζους, ανάμεσα σε κατσίκες, βοσκούς και αγελάδες. Αλλά ο Θεός θα έχει τρεις πόρτες. Μια πάρα πολύ μεγάλη (που είναι η Κόλαση), μια μεσαία (που είναι το Καθαρτήριο) και μια πάρα πολύ στενή (που είναι ο Παράδεισος). Μετά ο Θεός θα πει: -Βγάλτε το σκασμό όλοι! και μετά θα τους χωρίσει. Ένας από δω και τον άλλο από κει. Μερικοί που θέλουνε να κάνουνε τους πονηρούς θέλουνε να πάνε από δω, αλλά ο Θεός τους βλέπει. Οι κατσίκες θα πούνε ότι δεν έχουνε κάνει τίποτα, αλλά λένε ψέματα. Ο κόσμος θα σκάσει, τα άστρα θα σκάσουν, το Αρζάνο θα γίνει χίλια κομματάκια. Ο δήμαρχος του Αρζάνο και ο δημοτικός σύμβουλος θα πάνε ανάμεσα στις κατσίκες. Θα υπάρχει μεγάλο μπέρδεμα, ο Άρης θα σκάσει, οι ψυχές θα πάνε και θα γυρίσουνε στη γη για να πάρουνε τα κορμιά, ο δήμαρχος του Αρζάνο και ο δημοτικός σύμβουλος θα πάνε ανάμεσα στις κατσίκες. Οι καλοί θα γελάνε, οι κακοί θα κλαίνε, εκείνοι από το καθαρτήριο λίγο θα γελάνε και λίγο θα κλαίνε. Τα αβάφτιστα μωρά θα γίνουνε πεταλούδες.

Εγώ ελπίζω να τη βολέψω.»

ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ

Posted: Φεβρουαρίου 5, 2011 in ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ
Ετικέτες:


Σε μια περίοδο περικοπών μισθών ακόμα και από χαμηλόμισθους εργαζόμενους, ακόμα και από εργαζόμενους στους οποίους ο μισθός καταβάλλεται με αρκετούς μήνες καθυστέρηση η κυβέρνηση προκαλεί αυξάνοντας τις τιμές των εισιτηρίων στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς και τα διόδια.

Τις ημέρες αυτές σε δεκάδες σημεία στην Αττική γίνονται δράσεις ενάντια στις αυξήσεις των εισιτηρίων.  Χιλιάδες πολίτες κάνουν πράξη το «δεν πληρώνω το χαράτσι», μέχρι η κυβέρνηση να πάρει πίσω τις αυξήσεις στα εισιτήρια.

Την ίδια στιγμή και μπροστά στο διογκούμενο κίνημα ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ, βρίσκεται σε εξέλιξη μια χυδαία επίθεση από υπουργούς και ΜΜΕ. Ο Υπουργός κ. Ρέππας μιλάει για τζαμπατζήδες ξεχνώντας πως οι πραγματικοί τζαμπατζήδες είναι οι συνάδελφοί του Υπουργός Παιδείας (απλήρωτοι ωρομίσθιοι – αναπληρωτές), ο Υπουργός Υγείας (απλήρωτες εφημερίες γιατρών), καθώς και άλλοι (υπουργοί και εργοδότες).

Στηρίζουμε τις κινήσεις, επιτροπές και πρωτοβουλίες πολιτών ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ και καλούμε όλους τους εκπαιδευτικούς να μην πληρώνουν τα προκλητικά χαράτσια της κυβέρνησης. Δεν πληρώνουμε λοιπόν εισιτήρια σε ΜΕΤΡΟ, ΗΣΑΠ, ΕΘΕΛ και δεν πληρώνουμε διόδια (ούτε στην Αττική Οδό).

Την Κυριακή 6/2 συμμετέχουμε στο άνοιγμα των διοδίων όλης της χώρας  που οργανώνει το Πανελλαδικό Συντονιστικό Επιτροπών Αγώνα κατά των Διοδίων