Posts Tagged ‘ποιηση’

Έπεσε το πούσι αποβραδίς
το καραβοφάναρο χαμένο
κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τιμονιέρα να με δεις

Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου
Κάτου στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυο του πόδια στις καδένες.
μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία, θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
είν’ αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη
Ήρθες να με δεις κι όμως δε μ’ είδες
έχω απ’ τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ’ απ’ τις Εβρίδες

Advertisements

Εκπορνευόμενη κουλτούρα

Posted: Νοέμβριος 20, 2012 in ΠΟΙΗΣΗ
Ετικέτες: ,

Σρέτσκο Κοσοβέλ

Χούφταλα χορτασμένα, πώς ξεπουλήσατε μια ολόκληρη ζωή,
πώς υπήρξατε κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι είχατε ονειρευτεί;
Εγώ απελπίζομαι τρεις φορές τη μέρα:
βλαστημώ και καταριέμαι τους πάντες•
ακόμη κι εμένα.
Ο Ναπολέων εκστρατεύει κατά της Ρωσίας.
Δες πώς μαραίνονται
τα κόκκινα τριαντάφυλλα του φθινοπώρου.
Τι; Δεν πας όπου φυσάει ο άνεμος;
Μα είσαι ηλίθιος;
Αυτό είναι το αληθινό πρόσωπο του ανθρώπου:
καθαρό σαν ήλιο φθινοπώρου
που καθρεφτίζεται σε μάτια βουρκωμένα.
(Τα δάκρυα είναι σαν τα νομίσματα!)
Εκείνος –μαύρος βασιλιάς στην σκακιέρα–
αναζητάει τον σωσία του.
Πρωί πρωί ξεκινάει για το Παρίσι.

Α Π Ο Λ Ο Γ Ι Σ Μ Ο Σ

 

                           Τίτος Πατρίκιος

 

Τι έγιναν οι νικημένοι;

Ποιος σκέφτηκε ποτέ γι’ αυτούς,

ποιος μας σκέφτηκε;

Αδελφή Ισπανία, μόνη μες στον ήλιο σου

μαύρο και πυρωμένο σαν το θάνατο

που λίγοι πια τον βλέπουν, τον θυμούνται.

Αδέρφια σκοτωμένα, νικημένα αδέρφια μου

πού πήγατε, πώς σκορπίσατε;

Άλλοι νεκροί, χωρίς τάφο, χωρίς πλάκα

παράνομοι ακόμα και στο θάνατο.

Άλλοι χαμένοι στις απέραντες πόλεις

στα στενάχωρα σπίτια, ανυπόταχτοι και μονάχοι

με ξεχασμένο το επαναστατικό ψευδώνυμο.

Άλλοι ακόμα στη φυλακή

χτυπώντας όλο πιο κουρασμένα τις πέτρες

περιμένοντας μιαν απάντηση, λησμονημένοι απ’ όλους.

Κι οι άνθρωποι ξεχνάνε, οι άνθρωποι ζούνε

δεν είναι πια στη μόδα οι ήρωες,

τα βασανιστήρια, τα συγκλονιστικά ντοκουμένα.

Χιλιάδες τα γνώρισαν, τ’ άκουσαν, τα διάβασαν, τα βαρέθηκαν.

Τώρα κάτω απ’ τα τείχη των φυλακών

παραθερίζουν άλλοι μ’ αδύνατη μνήμη –

είναι μι’ ανάγκη να ξεχνάς στις μέρες μας.

Ανοίγουν τα σύνορα, ξένοι ανακαλύπτουν γραφικότητες

σε νησιά που αφήσαμε τα κόκκαλά μας,

η ζωή ξέχειλη σε χρώματα τόσο κοινά, τόσο απαραίτητα

κι η ποίηση αυτού του είδους που κάποτε συγκίνησε

τώρα φαντάζει σαν παράταιρη, έξω από σύγχρονες αναζητήσεις.

Είμαστε οι νικημένοι.

Το φέρνω, το ξαναφέρνω στο μυαλό μου

το ξέρω χρόνια τώρα κι όμως ακόμα

μου είναι σχεδόν αδύνατο να το δεχτώ

όπως εκείνος που του ‘κόψαν το πόδι

κι ύστερα από καιρό πάει να το ξύσει μες τη νύχτα.

Έτσι στο ίδιο κενό πέφτει η ψυχή μου

όταν κοιτάω τα χτήρια που κάποτε είταν η έδρα μας

και τώρα στεγάζουν κρατικές υπηρεσίες.

Τους χώρους που κάποτε μας άνηκαν

και τώρα καλύπτονται από ξενόγλωσσες επιγραφές,

όταν κοιτάω τους ανθρώπους που κάποτε είσαν έτοιμοι για όλα

και τώρα αντιπροσπερνιούνται με βάδισμα προβάτου.

Νικηθήκαμε. Ακόμα αρνιέμαι να το παραδεχτώ

με μιαν αντίδραση σχεδόν βιολογική.

Κι όμως νικηθήκαμε.

Αλήθεια, μες στην ήττα πώς αλλάζουν όλα.

Τα πράγματα κρατάν στα χέρια τους οι υπεύθυνοι της ήττας

μεθυσμένοι από νύχτα και χαμένη δόξα

αντιστρέφουν τις ευθύνες, επιβάλλουν αποφάσεις

διέπουν τύχες αγωνιστών, καταδικάζουν, ανυψώνουν

στριμώχνουν την ιστορία στα μέτρα τους –

κι αρχίζουν τα ομαδικά παραληρήματα.

Μεταστροφές, αποστασίες, ξεπεράσματα,

επαναστάτες πειθαρχούν, εκχωρούν τη σκέψη τους

στον παραπάνω καθοδηγητή, άλλοι τρελλαίνονται,

άλλοι αντιστέκονται, απομονώνονται, συντρίβονται

άλλοι γίνονται δήμιοι των ίδιων των συντρόφων τους

άλλοι σκεπάζουν τις φωνές με ποιήματα δοξαστικά στο Στάλιν

άλλοι ρίχνουν βουβοί τις νύχτες προκηρύξεις

άλλοι ανοίγουν μαγαζιά, πάντα ικανοί,

κλέβουν, κερδοσκοπούν, άλλοι μοιχεύουν,

αφήνουν ξαφνικά ελεύθερα τα ένστιχτά τους

άλλοι φορούν τις επαναστατικές τους ρεντικότες

σε κάθε επέτειο του κινήματος

εκφωνούν τους κεκανονισμένους λόγους

επιτηρούν μη θίξεις τις νεκρές αλήθειες τους, μην τους θίξεις

άλλοι διαμαρτύρονται, παραλογίζονται, εξαχρειώνονται,

άλλοι τους καταγγέλουν, βρίσκουν την ευκαιρία να δικαιωθούν

ανακαλύπτουν ξάφνου τη βρωμερή προσωπικότητά τους –

Αλήθεια, μες στην ήττα πώς αλλάζουν όλα.

Κι εσύ που καλόπιστα θα πεις: <Πάει κι αυτός

τα σκάτωσε, δεν ξέρει πια τι λέει>,

και συ που θα με κατηγορήσεις

πως κάνω ζημιά μ’ αυτά που γράφω,

σκέψου πως ύστερα παό τόσα χρόνια

σακατεμμένος, γεμάτος στέρηση, με τη σάρκα μου να φλέγεται

κι όμως από μένα τον ίδιο καταδικασμένη να νεκρωθεί

μπρος στις ανάγκες του κινήματος,

σκέψου πως δεν κουράστηκα να γυρνάω

από κρατητήριο σε κρατητήριο, από στρατόπεδο 

σε στρατόπεδο, από άγονη συνεδρίαση σ’ άλλη,

να βυθίζομαι σ’ ελπιδοφόρες συζητήσεις

που δε βγάζαν αποτέλεσμα,

να βλέπω τίποτα σχεδόν να μην αλλάζει,

να καταντάω ανεπιθύμητος, μόλις ανεκτός,

γι’ άλλους επικίνδυνος, όταν όχι ν’ αλλαξογύριζα

μα κάπως λιγότερο να νιαζόμουν

με περιμέναν δρόμοι βολικοί προσωπικής ανάδειξης

που δε λείψανε ποτέ, κι αλλοίμονο

θα μ’ έκαν στα μάτια σου πιο σεβαστό

όπως τόσους που τιμάς και καμαρώνεις.

Τώρα λοιπόν είναι που περσότερο θα επιμένω, θα ουρλιάζω,

έστω κι αν μένω μόνος, μι’ ανίσχυρη μειοψηφία,

έστω κι αποδιωγμένος, στιγματισμένος, ύποπτος,

γιατί η στάση μου δεν εξαρτήθηκε ποτέ

από κομματικό μισθό ή πόστο

και στο χαράκωμα της επανάστασης

δε με διόρισε ποτέ κανείς

κι ούτε μπορεί να μ’απολύσει.

Θα ήτανε βολικό να σώπαινα.  Μα δεν μπορώ.

Αρχίζω πάλι ως να κολλήσει η γλώσσα στο λαρύγγι:

Το δρόμο, πρέπει να βρούμε το δρόμο

η σκέψη απλώνεται σ’ όλο το κορμί

κάθε στιγμή αργοπορίας είναι θάνατος

η ιστορία μας κινδυνεύει να σαπίσει

η χώρα μας, ο λαός μας κινδυνεύει να σαπίσει.

Κι εμείς, μ’ όλες τις αδυναμίες,

η μόνη ελπίδα σωτηρίας.

 


το Ψωμί

Posted: Φεβρουαρίου 15, 2012 in ΠΟΙΗΣΗ
Ετικέτες: , , ,

 

το Ψωμί
‘Ενα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό
ψωμί, είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό,
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος. κι αυτή
μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ’ αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό!
Ας μην το κρύβουμε.
Διψάμε για ουρανό.

 

Μίλτος Σαχτούρης

 

AΓΑΠΗ ΜΟΥ…

Posted: Νοέμβριος 11, 2011 in ΠΟΙΗΣΗ
Ετικέτες: , ,

..Εμείς γι’ αυτά τα λίγα κι απλά πράγματα πολεμάμε
για να μπορούμε να’ χουμε μια λάμπα, ένα σκαμνί ένα χαρούμενο δρόμο το πρωί ένα ήρεμο όνειρο το βράδυ. Για να’ χουμε έναν έρωτα που να μη μας τον λερώνουν, ένα τραγούδι που να μπορούμε να το τραγουδάμε…»

Ὅμως αὐτοὶ σπᾶνε τὶς πόρτες μας
πατᾶνε πάνω στὸν ἔρωτά μας.
Πρὶν ποῦμε τὸ τραγούδι μας
μᾶς σκοτώνουν.

Μᾶς φοβοῦνται καὶ μᾶς σκοτώνουν.
Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε
φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε
φοβοῦνται τὸ ἀδράχτι τῆς μητέρας μας καὶ τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ παιδιοῦ μας
φοβοῦνται τὰ χέρια σου ποὺ ξέρουν νὰ ἀγγαλιάζουν τόσο τρυφερὰ
καὶ νὰ μοχτοῦν τόσο ἀντρίκια
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ λέμε οἱ δυό μας μὲ φωνὴ χαμηλωμένη
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ θὰ λέμε αὔριο ὅλοι μαζὶ
μᾶς φοβοῦνται, ἀγάπη μου, καὶ ὅταν μᾶς σκοτώνουν
νεκροὺς μᾶς φοβοῦνται πιὸ πολύ.


 

 

 

Τάσος Λειβαδίτης

Mε έναν τρόμο
στο μέτωπο καρφωμένο
σας διασχίζω

Μεσίστια τα μάτια πλέον

Όμως Πείτε μου
Αλήθειες θέλω μόνο

Πως ολόκληρη θα με λεηλατούσατε
Αν μόνη δεν υπέκυπτα
Στα θανάσιμα τραύματά σας;

Και να μαι

έτοιμη πλέον
εμπρός στα αμφίδρομα μονοπάτια

Στις προπατορικές λέξεις
Θα παραδοθώ

Άνευ όρων

Αλλά πόσο ακόμα
αγκώνες θα λυγίζω
ξεσταχιάζοντας κορμί
από άσπερμες λέξεις

– αχ ! οργή
οργή
οργή

καμιά συνουσία πια δεν σε χωράει-

έχω διαβεί τοίχους
με τις πέτρες αγκυλωμένες
στα μάτια μου
και τους γειτονικούς φράκτες
σκαλωμένους στα γόνατα
Έχω καταποντίσει
ολόκληρες θάλασσες
σε μιας βουνοκορφής
το διάσπαρτο ύψος

ολόκληρη
μια οδυνηρή μεταμφίεση

– και να γνωρίζατε
το μίσος μου για τα γυμνά σας στόματα –

πόσο ακόμα θα διασχίζω
μονόδρομους τοίχους
με διπλής όψης καθρέφτες
μόνο και μόνο
για μια ψευδή προσέγγιση

Αφήστε με λίγο
πρόσωπο να κρύψω
στο παλτό σας
κρυώνω γλιστρώντας
στις παγωμένες επιφάνειες
των πλευρών μου

αφήστε με λίγο
έστω και αν οι τσέπες σας
μυρίζουν ναφθαλίνη

ένας παροδικός περίπατος είμαι
στα ματωμένα πέτα σας

ΜΑΡΙΑ  ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Posted: Ιουνίου 2, 2010 in ΠΟΙΗΣΗ
Ετικέτες: ,

ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ Κύριο Κουρτς – πέθανε. Μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάι I Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι Είμαστε οι παραφουσκωμένοι άνθρωποι Γέρνοντας μαζί Με την περικεφαλαία γεμάτη με άχυρο. Αλίμονο! Οι εξαντλημένες μας φωνές όταν Μαζί ψιθυρίζουμε Είναι βουβές και άσκοπες Όπως ο αέρας στο ξερό χορτάρι Ή τα πόδια των ποντικών πάνω σε σπασμένα γυαλιά στο ξηρό μας κελάρι Μορφή δίχως φόρμα, σκιά δίχως χρώμα, Δύναμη παραλυμένη, χειρονομία δίχως κίνηση˙ Εκείνοι που διέσχισαν Με το βλέμμα ευθύ, στου θανάτου την άλλη Βασιλεία Μας θυμούνται —όπως ήμασταν— όχι σαν χαμένες λυσσαλέες ψυχές, αλλά μοναχά Σαν τους κούφιους ανθρώπους Του παραφουσκωμένους ανθρώπους. ΙΙ Βλέμματα που δεν τολμώ στο όνειρο να αντικρίσω Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο Αυτά δεν εμφανίζονται: Εκεί, τα βλέμματα είναι Ηλιόφως σε έναν σπασμένο κίονα Εκεί, είναι ένα δέντρο που ταλαντεύεται Και υπάρχουν φωνές Στου ανέμου το τραγούδι Πιότερο μακρινές και ακόμα πιο ιερές Απ’ ότι ένα αστέρι που σβήνει. Ας μη βρεθώ πιο κοντά Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο Κι ακόμα ας ντυθώ Με μια τέτοια προμελετημένη μεταμφίεση Τη δορά του ποντικού, το πετσί του κορακιού, σανίδια σταυρωτά Σε ένα λιβάδι Και όπως φυσάει ο άνεμος τα πάει Όχι πιο κοντά— Όχι αυτή η τελική συνάντηση Στο βασίλειο του λυκόφωτος. ΙΙΙ Αυτή είναι η νεκρή χώρα Αυτή είναι του κάκτου η χώρα Εδώ τα λίθινα ειδώλια Υψώνονται, εδώ δέχονται Την ικεσία από το χέρι ενός νεκρού ανθρώπου Κάτω από την μαρμαρυγή ενός αστεριού που σβήνει. Κάπως έτσι είναι Στου θανάτου την άλλη βασιλεία Ξυπνάς μοναχός Εκείνη την ώρα που εμείς τρέμουμε με τρυφερότητα Χείλη που θα φιλούσαν Πλάθουν προσευχές για τη σπασμένη πέτρα. IV Τα βλέμματα δεν είναι εδώ Εδώ δεν υπάρχουν βλέμματα Σ’ αυτή την κοιλάδα των άστρων που πεθαίνουν Σ’ αυτή την κούφια κοιλάδα Το σπασμένο αυτό σαγόνι των χαμένων βασιλείων μας Σε αυτόν τον ύστατο τόπο συνάντησης Μαζί ψαχουλεύουμε Και αποφεύγουμε τα λόγια Συγκεντρωμένοι στην αμμούδα του ξεχειλισμένου ποταμού Τυφλοί, εκτός κι αν Τα μάτια επανέλθουν Όπως το αιώνιο άστρο Ρόδο εκατόφυλλο Της λυκόφωτης του θανάτου βασιλείας Η ελπίδα μόνο Των κενών ανθρώπων. V Γύρω-γύρω όλοι Φραγκόσυκο στη μέση Γύρω-γύρω όλοι Στις πέντε ξημερώνει Μεταξύ της ιδέας Και της πραγματικότητας Μεταξύ της κίνησης Και της πράξης Ενσκήπτει η Σκιά Ότι Σου εστίν η Βασιλεία Μεταξύ της επινόησης Και της δημιουργίας Μεταξύ του αισθήματος Και της ανταπόκρισης Ενσκήπτει η Σκιά Η ζωή είναι μακριά πολύ Μεταξύ της επιθυμίας Και του σπασμού Μεταξύ της ισχύος Και της ύπαρξης Μεταξύ της ουσίας Και της πτώσης Ενσκήπτει η Σκιά Ότι Σου εστίν η Βασιλεία Ότι Σου εστίν Είναι η ζωή Ότι Σου εστίν Έτσι τελειώνει ο κόσμος Έτσι τελειώνει ο κόσμος Έτσι τελειώνει ο κόσμος Όχι με έναν κρότο αλλά με ένα κλαψούρισμα T. S. Eliot Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου