Posts Tagged ‘ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ’

Α Π Ο Λ Ο Γ Ι Σ Μ Ο Σ

 

                           Τίτος Πατρίκιος

 

Τι έγιναν οι νικημένοι;

Ποιος σκέφτηκε ποτέ γι’ αυτούς,

ποιος μας σκέφτηκε;

Αδελφή Ισπανία, μόνη μες στον ήλιο σου

μαύρο και πυρωμένο σαν το θάνατο

που λίγοι πια τον βλέπουν, τον θυμούνται.

Αδέρφια σκοτωμένα, νικημένα αδέρφια μου

πού πήγατε, πώς σκορπίσατε;

Άλλοι νεκροί, χωρίς τάφο, χωρίς πλάκα

παράνομοι ακόμα και στο θάνατο.

Άλλοι χαμένοι στις απέραντες πόλεις

στα στενάχωρα σπίτια, ανυπόταχτοι και μονάχοι

με ξεχασμένο το επαναστατικό ψευδώνυμο.

Άλλοι ακόμα στη φυλακή

χτυπώντας όλο πιο κουρασμένα τις πέτρες

περιμένοντας μιαν απάντηση, λησμονημένοι απ’ όλους.

Κι οι άνθρωποι ξεχνάνε, οι άνθρωποι ζούνε

δεν είναι πια στη μόδα οι ήρωες,

τα βασανιστήρια, τα συγκλονιστικά ντοκουμένα.

Χιλιάδες τα γνώρισαν, τ’ άκουσαν, τα διάβασαν, τα βαρέθηκαν.

Τώρα κάτω απ’ τα τείχη των φυλακών

παραθερίζουν άλλοι μ’ αδύνατη μνήμη –

είναι μι’ ανάγκη να ξεχνάς στις μέρες μας.

Ανοίγουν τα σύνορα, ξένοι ανακαλύπτουν γραφικότητες

σε νησιά που αφήσαμε τα κόκκαλά μας,

η ζωή ξέχειλη σε χρώματα τόσο κοινά, τόσο απαραίτητα

κι η ποίηση αυτού του είδους που κάποτε συγκίνησε

τώρα φαντάζει σαν παράταιρη, έξω από σύγχρονες αναζητήσεις.

Είμαστε οι νικημένοι.

Το φέρνω, το ξαναφέρνω στο μυαλό μου

το ξέρω χρόνια τώρα κι όμως ακόμα

μου είναι σχεδόν αδύνατο να το δεχτώ

όπως εκείνος που του ‘κόψαν το πόδι

κι ύστερα από καιρό πάει να το ξύσει μες τη νύχτα.

Έτσι στο ίδιο κενό πέφτει η ψυχή μου

όταν κοιτάω τα χτήρια που κάποτε είταν η έδρα μας

και τώρα στεγάζουν κρατικές υπηρεσίες.

Τους χώρους που κάποτε μας άνηκαν

και τώρα καλύπτονται από ξενόγλωσσες επιγραφές,

όταν κοιτάω τους ανθρώπους που κάποτε είσαν έτοιμοι για όλα

και τώρα αντιπροσπερνιούνται με βάδισμα προβάτου.

Νικηθήκαμε. Ακόμα αρνιέμαι να το παραδεχτώ

με μιαν αντίδραση σχεδόν βιολογική.

Κι όμως νικηθήκαμε.

Αλήθεια, μες στην ήττα πώς αλλάζουν όλα.

Τα πράγματα κρατάν στα χέρια τους οι υπεύθυνοι της ήττας

μεθυσμένοι από νύχτα και χαμένη δόξα

αντιστρέφουν τις ευθύνες, επιβάλλουν αποφάσεις

διέπουν τύχες αγωνιστών, καταδικάζουν, ανυψώνουν

στριμώχνουν την ιστορία στα μέτρα τους –

κι αρχίζουν τα ομαδικά παραληρήματα.

Μεταστροφές, αποστασίες, ξεπεράσματα,

επαναστάτες πειθαρχούν, εκχωρούν τη σκέψη τους

στον παραπάνω καθοδηγητή, άλλοι τρελλαίνονται,

άλλοι αντιστέκονται, απομονώνονται, συντρίβονται

άλλοι γίνονται δήμιοι των ίδιων των συντρόφων τους

άλλοι σκεπάζουν τις φωνές με ποιήματα δοξαστικά στο Στάλιν

άλλοι ρίχνουν βουβοί τις νύχτες προκηρύξεις

άλλοι ανοίγουν μαγαζιά, πάντα ικανοί,

κλέβουν, κερδοσκοπούν, άλλοι μοιχεύουν,

αφήνουν ξαφνικά ελεύθερα τα ένστιχτά τους

άλλοι φορούν τις επαναστατικές τους ρεντικότες

σε κάθε επέτειο του κινήματος

εκφωνούν τους κεκανονισμένους λόγους

επιτηρούν μη θίξεις τις νεκρές αλήθειες τους, μην τους θίξεις

άλλοι διαμαρτύρονται, παραλογίζονται, εξαχρειώνονται,

άλλοι τους καταγγέλουν, βρίσκουν την ευκαιρία να δικαιωθούν

ανακαλύπτουν ξάφνου τη βρωμερή προσωπικότητά τους –

Αλήθεια, μες στην ήττα πώς αλλάζουν όλα.

Κι εσύ που καλόπιστα θα πεις: <Πάει κι αυτός

τα σκάτωσε, δεν ξέρει πια τι λέει>,

και συ που θα με κατηγορήσεις

πως κάνω ζημιά μ’ αυτά που γράφω,

σκέψου πως ύστερα παό τόσα χρόνια

σακατεμμένος, γεμάτος στέρηση, με τη σάρκα μου να φλέγεται

κι όμως από μένα τον ίδιο καταδικασμένη να νεκρωθεί

μπρος στις ανάγκες του κινήματος,

σκέψου πως δεν κουράστηκα να γυρνάω

από κρατητήριο σε κρατητήριο, από στρατόπεδο 

σε στρατόπεδο, από άγονη συνεδρίαση σ’ άλλη,

να βυθίζομαι σ’ ελπιδοφόρες συζητήσεις

που δε βγάζαν αποτέλεσμα,

να βλέπω τίποτα σχεδόν να μην αλλάζει,

να καταντάω ανεπιθύμητος, μόλις ανεκτός,

γι’ άλλους επικίνδυνος, όταν όχι ν’ αλλαξογύριζα

μα κάπως λιγότερο να νιαζόμουν

με περιμέναν δρόμοι βολικοί προσωπικής ανάδειξης

που δε λείψανε ποτέ, κι αλλοίμονο

θα μ’ έκαν στα μάτια σου πιο σεβαστό

όπως τόσους που τιμάς και καμαρώνεις.

Τώρα λοιπόν είναι που περσότερο θα επιμένω, θα ουρλιάζω,

έστω κι αν μένω μόνος, μι’ ανίσχυρη μειοψηφία,

έστω κι αποδιωγμένος, στιγματισμένος, ύποπτος,

γιατί η στάση μου δεν εξαρτήθηκε ποτέ

από κομματικό μισθό ή πόστο

και στο χαράκωμα της επανάστασης

δε με διόρισε ποτέ κανείς

κι ούτε μπορεί να μ’απολύσει.

Θα ήτανε βολικό να σώπαινα.  Μα δεν μπορώ.

Αρχίζω πάλι ως να κολλήσει η γλώσσα στο λαρύγγι:

Το δρόμο, πρέπει να βρούμε το δρόμο

η σκέψη απλώνεται σ’ όλο το κορμί

κάθε στιγμή αργοπορίας είναι θάνατος

η ιστορία μας κινδυνεύει να σαπίσει

η χώρα μας, ο λαός μας κινδυνεύει να σαπίσει.

Κι εμείς, μ’ όλες τις αδυναμίες,

η μόνη ελπίδα σωτηρίας.

 


το Ψωμί

Posted: Φεβρουαρίου 15, 2012 in ΠΟΙΗΣΗ
Ετικέτες: , , ,

 

το Ψωμί
‘Ενα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό
ψωμί, είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό,
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος. κι αυτή
μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ’ αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό!
Ας μην το κρύβουμε.
Διψάμε για ουρανό.

 

Μίλτος Σαχτούρης

 

AΓΑΠΗ ΜΟΥ…

Posted: Νοέμβριος 11, 2011 in ΠΟΙΗΣΗ
Ετικέτες: , ,

..Εμείς γι’ αυτά τα λίγα κι απλά πράγματα πολεμάμε
για να μπορούμε να’ χουμε μια λάμπα, ένα σκαμνί ένα χαρούμενο δρόμο το πρωί ένα ήρεμο όνειρο το βράδυ. Για να’ χουμε έναν έρωτα που να μη μας τον λερώνουν, ένα τραγούδι που να μπορούμε να το τραγουδάμε…»

Ὅμως αὐτοὶ σπᾶνε τὶς πόρτες μας
πατᾶνε πάνω στὸν ἔρωτά μας.
Πρὶν ποῦμε τὸ τραγούδι μας
μᾶς σκοτώνουν.

Μᾶς φοβοῦνται καὶ μᾶς σκοτώνουν.
Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε
φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε
φοβοῦνται τὸ ἀδράχτι τῆς μητέρας μας καὶ τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ παιδιοῦ μας
φοβοῦνται τὰ χέρια σου ποὺ ξέρουν νὰ ἀγγαλιάζουν τόσο τρυφερὰ
καὶ νὰ μοχτοῦν τόσο ἀντρίκια
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ λέμε οἱ δυό μας μὲ φωνὴ χαμηλωμένη
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ θὰ λέμε αὔριο ὅλοι μαζὶ
μᾶς φοβοῦνται, ἀγάπη μου, καὶ ὅταν μᾶς σκοτώνουν
νεκροὺς μᾶς φοβοῦνται πιὸ πολύ.


 

 

 

Τάσος Λειβαδίτης

ΕΡΩΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Posted: Φεβρουαρίου 6, 2010 in ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ
Ετικέτες: , , ,

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ

Ιστορία 1η: «Δευτέρα« ή «Το Γραφείο«

Είμαι ένας άντρας που μοιάζει με πολλούς σαραντάρηδες, αρκετά καλοντυμένος, αρκετά αθλητικός, με κροτάφους που μόλις αρχίζουν ν’ ασπρίζουν. Η διατροφή μου είναι λιτή και υγιεινή. Μια εξειδικευμένη βιβλιογραφία μ’ έκανε ν’ απεχθάνομαι το καλό φαγητό. Αυτή η απέχθεια επιμηκύνει τη ζωή μου και με διατηρεί ακόμη νέο, μεταξύ τόσων ανδρών νέων, δραστήριων, κυνικών και φυσικά, διατεθειμένων να με αφανίσουν.
Είμαι βιομήχανος κι όπως πολλοί βιομήχανοι του καιρού μας, γνωρίζω όλα τα καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά πράγματα: με βοηθά η γυναίκα μου, που διαβάζει για λογαριασμό μου. Ζω με τον ίδιο τρόπο που ταξιδεύω. Οδηγώ εγώ κι από δίπλα η γυναίκα μου μελετά το χάρτη. Σε κάθε αξιοπερίεργο, με σταματά. Ό,τι μ’ ενδιαφέρει περισσότερο είναι να παραμείνω νέος. Αυτή η επιθυμία με υποχρεώνει να υποβάλλω τον εαυτό μου σε δοκιμασίες αρκετά επίπονες. Σκέπτομαι πως η μέθοδος που ακολουθώ, σίγουρα θα παρατείνει, για μερικά χρόνια ακόμη, την αισθησιακή μου ζωή, οδηγώντας τη στα ακρότατα όρια του γελοίου.
Το γραφείο μου βρίσκεται στις όχθες του Σηκουάνα, δηλαδή, εκεί είναι και το εργοστάσιό μου. Χωρίς να ξέρω πολύ καλά γιατί, αγαπώ αυτό το γκριζωπό, ξεχωριστό τοπίο, στο οποίο συνεχώς προστίθενται πράγματα που κανείς δε προσμένει. Να μερικοί γλάροι. Κάνουνε κύκλους και κρώζουνε γύρω από μια μαούνα βαμένη πορτοκαλί. Την έχουν μετατρέψει σε πλωτό σπίτι.
Πάνω σ’ αυτή τη μαούνα υπάρχει μια γυναίκα ντυμένη στα λευκά, που μάλλον μοιάζει με Αμερικανίδα. Για μένα, κάθε γυναίκα ψηλή, αδύνατη, ασπροντυμένη και χωρίς μπιχλιμπίδια, είναι Αμερικανίδα. Θέλω να πω μ’ αυτό, ότι μια Αμερικανίδα ντυμένη στα λευκά αφυπνίζει όλο τον ερωτισμό μου.
Ένας φίλος που έζησε πολύ καιρό στη Νέα Υόρκη, μου είπε πως ήταν πολύ δύσκολο να συγκινηθούν αισθησιακά αυτά τα παράξενα κορίτσια και πως η διεστραμμένη τους περιέργεια είναι επιφανειακή. Έβρισκε αυτές τις ωραίες γυναίκες ερωτικά αδιάφορες. Πίστευε πως οι κρυφοί βλεννογόνοι τους δεν είχανε τις ιδιότητες εκείνες που δίνουνε στα κορίτσια της Ευρώπης την υπέρτατη χαρά. «‘;Έχουνε πολύ καινούργιες βλεννογόνους», υποστήριζε.
Το πρωί που φτάνω στο γραφείο, και ενώ είμαι ακόμη μόνος, παρατηρώ τη γυναίκα που κάνοντας τον πρωινό της περίπατο ρίχνει ψωμί στα πουλιά. Ούτε που ξέρω αν αυτά τα κορίτσια είναι όμορφα και δεν επιθυμώ να το μάθω για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς είναι πως είμαι το αφεντικό τους και δε θέλω, εξαιτίας μιας χειρονομίας, να υποταχθώ σ’ αυτές.
Στο γραφείο μου οι ώρες κυλούν βαριές, φορτωμένες με οινοπνευματώδη ή αρώματα και πάντοτε καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Μέχρι τις εννιά το πρωί, ώρα που η δαχτυλογράφος μου η Ζερμαίν φέρνει την αλληλογραφία, είμαι σχετικά ήσυχος. Η Ζερμαίν, είναι, νομίζω, δεκαοχτώ χρονών. Πρόκειται για μια μικρή ξανθιά, που όταν εγώ ανοίγω τη πόρτα, αυτή πάντοτε γελά στο διάδρομο.
Με ερεθίζει, με ερεθίζει πολύ. Όχι γιατί είναι ξανθιά και νέα, αλλά γιατί είναι η δαχτυλογράφος μου. Αυτή η λέξη περιέχει, κατά την άποψή μου, μια από τις πιο περίεργες όψεις της ερωτικής φαντασίας των ανθρώπων της εποχής μας. Όσο δουλεύει μπροστά μου, εγώ κοιτάζω μόνον εκείνη τη μυστηριώδη καμπύλη, η οποία όταν κάθεται, κάνει το κοντό και στενό της φουστάνι να τσιτώνει. Την διατάζω, την αναγκάζω να σηκωθεί. Τότε, το κολλημένο στη σάρκα της φόρεμα, σχεδιάζει το χωρισμένο στα δύο, ανάγλυφο μετάλλιο των νεανικών της καπουλιών. Ξέρει τι σημαίνουν όλα αυτά και αποφασίζει, αργά-αργά, με μια νωχελική χειρονομία, να σβήσει την αδιάκριτη πτυχή του υφάσματος.
Νομίζω πως η διανοητική εργασία είναι για τη γυναίκα ένα θέλγητρο που ανανεώνει τη πιο αρχαία απ’ όλες τις πράξεις, με τρόπο λεπτό και συνάμα βίαιο. Αυτή η ιδέα μοιάζει μ’ ένα κύπελο γεμάτο αίμα, που σας το χύνουν με δύναμη στο πρόσωπο. Μια ωραία γαλατού, μια χαριτωμένη φουρνάρισσα, μια δροσερή υπηρέτρια, μπορούσαν να εξάψουν την αιφνίδια και περίπλοκη διάθεση των ανδρών για τη γυναικεία σάρκα, σάρκα που βλέπανε σα μιαν εξαιρετικά ερεθιστική κινηματογραφική ταινία. Για τους άντρες της εποχής μου, τα επαγγέλματα που προσθέτουν στη δύναμη της γυναικείας γοητείας, είναι τα διανοητικά ή εκείνα που αποτελούνε, κατά κάποιο τρόπο, τους δορυφόρους αυτών των επαγγελμάτων. Είναι δύσκολο ν’ αντισταθείς στη νεαρή παρουσία μιας δαχτυλογράφου, που ενώ δεν είναι ποτέ πολύ απασχολημένη, είναι πάντοτε παρούσα.
Όταν κοιτάζω τον τρυφερό αυχένα της Ζερμαίν, αυτό τον τρυφερό αυχένα μειρακίου που με παρακινεί να τη χρησιμοποιώ, κατά τις ερωτικές μου αναπολήσεις, σαν αγόρι, δε μπορώ να μην αναπαραστήσω γυμνή την όμορφη σιλουέτα της, λες και πρόκειται για ένα puzzle εξαιρετικά δύσκολο. Φαντάζομαι, με ακρίβεια σχεδόν οδυνηρή για το μυαλό μου, το ωχρό και ρόδινο λουλούδι του φύλου της σα παπαρούνα ζαρωμένη στον κολεό της και το γειτονικό της ροζ γαρίφαλο, που στον έμμετρο μεσαιωνικό μύθο του Ιππότη που έκανε τους κ… να μιλούν, πήρε το λόγο για λογαριασμό του.
Ένα πρωινό που η Ζερμαίν έσκυβε ακριβώς δίπλα από μένα, το χέρι μου, αυτόματα, τελείως άβουλα, βρέθηκε πάνω στη θαυμαστή και σκληρή στρογγυλότητα που του προσφερόταν. Όταν μιλώ για τη Ζερμαίν, κορίτσι τόσο ξανθό και τόσο νέο, αδυνατώ να γράψω πως, πράγματι, το χέρι μου τα ‘χασε και βρέθηκε κατά τύχη πάνω στον κώλο της. Ο κώλος της Ζερμαίν έχει μια παιδική χάρη κι απαιτείται η λέξη που θα τον κατονομάσει να ‘ναι επίσης παιδαριώδης. Νομίζω πως ταιριάζει περισσότερο να λέω ο πωπός της Ζερμαίν: γλυκός σα φρούτο του Απρίλη, μαλακός, κρυφός, με τη τόσο βαθιά, τη τόσο ξανθή πτυχή του. Το χέρι μου χαλάρωσε και σταμάτησε να σφίγγει στο κέντρο των δύο δροσερών και χλιαρών μηρών. ‘Αφησε να της ξεφύγει μια μικρή κραυγή ευχαρίστησης, στην οποία απάντησα μ’ ένα βλακώδες χαμόγελο. Να κάνεις δική σου μια τέτοια κοπέλα, μπροστά στη σιωπηλή και συνένοχη γραφομηχανή, συνιστά πράξη που απαιτεί από τον εραστή μια προμελετημένη διαστροφή. Η κατάκτηση μιας πιτσιρίκας όπως τούτη εδώ, δεν επιφέρει ποτέ κορεσμό. Η Ζερμαίν ξαναποκτά καινούργιες, αποπλανητικές δυνάμεις απ’ αυτή τη θέση της ευνοούμενης δακτυλογράφου, που μπορεί να εκφράζει τη γνώμη της για τους επισκέπτες, να τους επιβάλλει ή και να τους απομακρύνει, εν αγνοία μου.
Η νεανική της παρουσία αποτελεί το στολίδι του γραφείου. Όταν περνά από μπρος μου, με τη δροσερή της αγκαλιά φορτωμένη φακέλους σα να μεταφέρει τα φρούτα της Πομόν, χίλιοι ασελγείς δαίμονες ξεπετάγονται από τους αριθμούς κι ορμούν καταπάνω μου. Καμία περιγραφή του όμορφου προσώπου της δε θα ‘τανε πιστή. Τι να πω άραγε για τους στρογγυλούς γλουτούς της μικρής δακτυλογράφου, για τους αγγελικούς αυτούς γλουτούς, φιλόφρονες, όπως οι γλουτοί πούστη -γιατί τέτοια έκφραση παίρνει το προσωπάκι της χάρη στα κοντοκομμένα της μαλλιά. Τι να πω για την ανοιξιάτικη σχισμή, τη -προσωρινά- τόσο φρόνιμη. Αυτή η μαγεία, που ‘ναι άκρως φευγαλέα και σβήνει πολύ γρήγορα, προστατεύεται από τη γραφομηχανή, πάνω στην οποία τα ευλύγιστα δάχτυλά της έχουνε κάθε εξουσία. Η γραφομηχανή ανανεώνει αδιάκοπα το μαγικό μυστήριο.
Έξω από το γραφείο, όταν με τρόπο δεσποτικό τη κάνω δική μου και την υποτάσσω στις ορμητικές, αλλά με άνεση προμελετημένες επιθυμίες μου, δεν αναγνωρίζω εκείνη τη μικρή που κοκκινίζει και με δέχεται, που με γεμίζει και με αποκαλύπτει, δίχως να λέει λέξη. Στο δρόμο είναι μια κότα όπως χιλιάδες άλλες ή μάλλον, δεν είναι ούτε κότα του δρόμου, γιατί είναι ανίκανη ν’ αντλήσει δυνάμεις από την ατμόσφαιρα του έξω χώρου.
Είναι μια Αφροδίτη γεννημένη μέσα σ’ ένα γραφείο κι ο ναός της  προστατεύεται από μια Underwood γραφομηχανή. Το ερωτικό της θέλγητρο, εκ των πραγμάτων πρόστυχο, πηγάζει από μια κρυφή μαγεία, που τα απόρρητα της αποκαλύπτονται μόνο στην επαγγελματία δαχτυλογράφο. Πάνω στο γυαλισμένο παρκέ που στηρίζονται τα πόδια της καρέκλας της, έχω την εντύπωση ότι βλέπει τον αντικατοπτρισμό της σάρκας της. Κάθε της κίνηση εδώ μέσα, μ’ ενδιαφέρει.
Απουσιάζει και ξέρω πως πηγαίνει ν’ ανακουφίσει ελεύθερα τ’ απόκρυφα όργανά της. Αυτή η σκέψη με χαροποιεί, γιατί αυτό το νεαρό κορίτσι, το εκλεκτό ανάμεσα σ’ όλα τα άλλα, είναι η ξανθιά κι εύθραυστη δακτυλογράφος μου, που η δική μου λαγνεία μεταμορφώνει σε παιχνίδι γοητευτικό, μιας τρυφηλότητας απολαυστικής.
Η Ζερμαίν υπάρχει μες στην ηδονή μιας αυταρέσκειας λόγιας και συνάμα απλοϊκής. Μου αρέσει να συζητώ μαζί της και να της λέω, με ύφος προσποιητά αθώο, λόγια που της ανάβουν τα αφτιά προσθέτοντάς τους μιαν όμορφη, αιματώδη απόχρωση.
Σ’ αυτήν επιτρέπονται όλες οι αδιακρισίες. Μερικές φορές μιλά ελεύθερα, σαν άντρας, σαν αγόρι. Λέει:
Αυτός εδώ μοιάζει με αδερφάρα
‘Αλλωστε, αυτή η λέξη της αρέσει. Η Ζερμαίν, όπως πολλά σύγχρονα κορίτσια, ευχαρίστως παραδίνεται στην επίπονη και βαθιά διείσδυση που ο Μπραντόμ αποκαλούσε «τα παιχνίδια της οπισθίας Αφροδίτης». Και θύοντας σ’ αυτά, ο κρυφός κρίκος του κορμιού της περνά στο ανδρικό μου όργανο όπως το δαχτυλίδι σ’ ένα δάχτυλο. Όταν τη κάνω να σκύβει πάνω στη ράχη της καρέκλας της, με κατεβασμένη τη κιλότα, βογκώντας και δαγκώνοντας τα δάχτυλα, δε προσπαθεί να ξεφύγει για να γλιτώσει το κωλομπάρεμα που τόσο φοβάται και τόσο αδιάντροπα λαχταράει.
Δε ξέρω τίποτε για τη ζωή της, πέρα από τις ώρες που περνάμε μαζί, στο ηλιόλουστο γραφείο μου. Υποθέτω πως πηγαίνει να συναντήσει το μορφονιό που της τα τρώει και που μένει σε κάποια γειτονιά άγνωστη σε μένα. Υποθέτω ακόμη, πως της συμπεριφέρεται με τη ψυχολογία του ζιγκολό: κυνικά, με αφέλεια, τέλος δε, ντροπαλά.
Η Ζερμαίν σε λίγο καιρό θα παντρευτεί. Αυτό νομίζω, το ξέρω. Το ζήτημα είναι να μάθω αν θα παραμείνει δαχτυλογράφος. ‘Αλλωστε αυτό μόνο μ’ ενδιαφέρει. Στη περίπτωση που ο σύζυγος της εξασφαλίζει μιαν άνετη ζωή, μακράν από κάθε εργασία, η ακατανίκητη έλξη της θα χανόταν οριστικά. Όμως παντρεμένη και πάντοτε δαχτυλογράφος, η Ζερμαίν θα συνεχίσει ν’ αποτελεί, για όποιον προσπαθήσει να δουλέψει δίπλα της, αιτία πνευματικής διαταραχής. Πιθανόν, επίσης, η ερωτική ζωή της δακτυλογράφου να υπερτερεί, κατά πολύ, κείνης της συζύγου. Η διαστροφή που την εξωθεί να δοκιμάζει όλα τα σαρκικά παιχνίδια, απορρέει από τα ελλοχεύοντα, στο επάγγελμά της, αόρατα στοιχεία. Με τον άντρα της θα μπορεί κάλλιστα, να ‘ναι μια γυναίκα φιλήδονη, όπως τόσες χιλιάδες άλλες φιλήδονες γυναίκες…
Εγώ πάντως, φαντάζομαι τη Ζερμαίν μόνο με τα φουστάνια ανασηκωμένα, κι έτσι στα ξαφνικά, δίχως προετοιμασία. Με δυσκολία τη βλέπω να φορά νυχτικιά και να ξαπλώνει στο κρεβάτι. Είναι ευνόητο πως ο σύζυγός της θα τη γνωρίσει ολόγυμνη, από τα νύχια ως τη κορφή. Πλην όμως, για τον άντρα μιας δακτυλογράφου, η γυναίκα του δεν υπήρξε ποτέ δακτυλογράφος.
Μετάφραση: Βλάσης Καμάρας
Εκδόσεις: «Νεφέλη»